28/5/11

Η τέχνη στον καιρό της ...αγανάκτησης

Αφορμή για το κείμενο είναι η γνώμη του φίλου Δημήτρη που δημοσιεύτηκε στο maga.gr

Η τέχνη βάδιζε πάντα παράλληλα με τα κοινωνικά δρώμενα και τα προσωπικά βιώματα… Κι αν σήμερα η κοινωνία κοιμάται ύπνο βαθύ είναι γιατί και η τέχνη κάνει νάνι!

Κάθε μια από τις προηγούμενες από εμάς γενιές έζησε με τουλάχιστον μια μεγάλη κρίση, μια τεράστια δυσκολία ζωής που σήμερα είναι μάλλον αδύνατο να φανταστούμε. Όσο κι αν λέμε ότι περνάμε κρίση, μια λέξη της οποίας το μέγεθος έχει χαθεί.

Οι πατεράδες μας πέρασαν δικτατορία, κάποιοι πιο παλιά πέρασαν εμφύλιο και οι παππούδες μας, ακόμα πιο πριν, κατοχή. Και ο κατάλογος των κοινωνικών δυσκολιών μακραίνει όσο κοιτάμε πιο παλιά. Υπάρχουν ακόμα ζωντανές μαρτυρίες για τη μικρασιατική καταστροφή.

Και κάθε γενιά αντιστάθηκε με όποιο τρόπο έκρινε, πάλεψε και επιβίωσε. Και όχι μόνο, αλλά εν τέλει έμεινε κοινωνικά και πολιτιστικά όρθια!

Οι παππούδες μας, πολλοί από αυτούς ξεριζωμένοι από τον τόπο τους, μην μπορώντας να κάνουν κάτι περισσότερο, παρέδωσαν στους γονείς μας λίγο-πολύ καμένη γη. Παρέδωσαν όμως κάτι που το είχαν διδαχθεί κι εκείνοι από τους δικούς τους γονείς. Το πνεύμα του νικητή. Την νοοτροπία του ανθρώπου που έφυγε από τον τόπο του, εγκαταστάθηκε σε έναν άλλο τόπο, δημιούργησε σπιτικό, οικογένεια, έκανε τον καινούριο τόπο δικό του, καθιέρωσε ήθη και έθιμα... και πάλεψε για τη ζωή.

Για να μπορέσει με αυτό το εφόδιο και με μια τριακονταετία σκληρής δουλειάς η γενιά των γονέων μας να μας παραδώσει ένα μέλλον που περιλαμβάνει περισσότερα: άνετη ζωή, αξιοπρεπή παιδεία, οικονομική βοήθεια για μία ιδιόκτητη κατοικία, ίσως και έτοιμη δουλεία, έτοιμο γραφείο, ιατρείο ή επιχείρηση (*εστιάζοντας στη σημερινή μέση ή μικρομεσαία τάξη). Διότι αντικειμενικός σκοπός της ζωής των γονέων μας ήταν να μην περάσουμε κι εμείς όσα πέρασαν κι εκείνοι.

Ή μήπως τελικά πρέπει;

Μήπως δηλαδή είμαστε μια καλομαθημένη και καλοαναθρεμμένη γενιά που απλά οφείλει να (εκ)παιδευτεί; Η μοναδική εξαίρεση στον κανόνα των κρίσεων, είναι η δική μας γενιά. Η γενιά όσων γεννήθηκαν, θα έλεγε κανείς, στη δεκαετία της μεταπολίτευσης και μετά. Δεν μας έτυχε ούτε πόλεμος, ούτε επιδημία, ούτε ξεριζωμός...

Οι γενεές που πέρασαν, κατάφεραν να ανταπεξέλθουν στην αναποδιά διαθέτοντας πνευματικούς ηγέτες. Και αυτοί ήταν που -πέρα από τον καθορισμό της ίδιας της τέχνης- έδωσαν κατά καιρούς το στίγμα της αντίστασης. Ένα στίγμα το οποίο διέθετε ποιότητα που αποδεικνύεται από τη διαχρονικότητά του. Ποιητές, ζωγράφοι, συνθέτες, γλύπτες, ακόμα και ακαδημαϊκοί, σκηνοθέτες, αρχιτέκτονες, επιστήμονες έχουν μιλήσει μέσα από τα έργα τους, τη δουλειά τους και κυρίως έχουν εμπνεύσει τους λαούς. Και αν όχι η έμπνευση, τότε ίσως η πηγή έμπνευσης του καλλιτέχνη ήταν η ίδια η κρίση, η δύσκολη κατάσταση.

Και είναι που μπορεί κανείς να αντιστρέψει την εξίσωση και να πει πως δεν είναι μόνο ο καλλιτέχνης που εμπνέει το πλήθος με το έργο του στη δύσκολη συγκυρία. Αλλά και ότι η ίδια η δύσκολη κατάσταση είναι που κάνει να ξεπηδούν από τη μάζα άνθρωποι ικανοί να παράγουν έργο διαχρονικό και να καθοδηγήσουν το πλήθος. Και βέβαια σε μια εποχή που από το 1974 ως λίγο πριν την σημερινή κρίση νομίζαμε ότι τα πράγματα πήγαιναν καλά, δεν υπήρξε ένας πραγματικός ουσιαστικός πνευματικός ηγέτης. Και αυτοί που υπήρξαν παλαιότερα, ένας-ένας αποσύρθηκαν ηθελημένα στην ιδιωτικότητά τους... Γιατί ταπεινά σκεπτόμενοι έκριναν ότι δεν υπήρχε λόγος να βρίσκονται στο προσκήνιο.

Κρίμα που στην πλειοψηφία τους οι καλλιτέχνες δικαιώνονται και αναγνωρίζονται ως θανόντες, η ιστορία έχει να θυμάται ονόματα γραμμένα με χρυσά γράμματα. Ανθρώπους των οποίων το έργο συνδέθηκε άρρηκτα με στιγμές, καταστάσεις, μνήμες. Όπως λ.χ. η εξαίρεση του παραπάνω κανόνα, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο μόνος εν ζωή αναγνωρισμένος για το έργο του αλλά και τους αγώνες του.

«Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Αντρέα».

Στίχος πραγματικός, βγαλμένος απ’ τις ώρες του ξυλοδαρμού, στίχος σύμβολο ενάντια στο καθεστώς, στίχος συνδεδεμένος με τον χρόνιο αγώνα για την ελευθερία. Αλλά και όταν η Τζένη Βάνου τραγουδούσε:


«Σε βλέπω στο ποτήρι μου και πίνοντας σε πίνω,
κι όταν τελειώσει το πιοτό δεν ξέρω τι θα γίνω»

ήταν επειδή υπήρχε το πλούσιο παρελθόν για να φτιαχτεί ένας στίχος γεμάτος εικόνα. Ένα τραγούδι που μιλά για το χωρισμό, τόσο περιγραφικό όσο χρειάζεται.

Τέτοιο καλλιτέχνη, τέτοιο ηγέτη η χώρα μας αυτή τη στιγμή της κρίσης δεν διαθέτει. Το πολιτιστικό επίπεδο της δικής μας γενιάς δεν διαθέτει σύμβολα. Παιδιά που μεγάλωσαν βολεμένα και σήμερα αντικρίζουν την παρακμή χωρίς εφόδια…

Αυτά τα παιδιά όμως …ξεσήκωσαν, έστω την ύστατη ώρα, τον κόσμο, μικρούς και μεγάλους, και για τρίτη συνεχόμενη βραδιά (δύο από αυτές με βροχή παρακαλώ) είναι στο δρόμο και αντιδρούν.

Είπαν ότι αυτά τα παιδιά κατεβαίνουν στις πλατείες με σιωπηρή αμηχανία γιατί δεν μπορούν να προσδιορίσουν ακριβώς τι θέλουν; Κι ότι δεν αποτελούν συμπαγές σύνολο αφού καθένας έχει μεμονωμένες ανάγκες και αιτήματα. Η απάντηση είναι απλή: Στο δρόμο θα βρουν αυτό που ψάχνουν. Στο δρόμο θα έρθει και η αλληλεγγύη. Ελπίζω να συνεχίσουν καλά. Ελπίζω να έχουν μπόλικες δυνάμεις ακόμα. Γιατί το αυτί των διοικούντων και κυβερνόντων θα ιδρώσει πολύ αργά. Ελπίζω να έχουν την απαραίτητη ψυχραιμία όταν (και εάν) ασχοληθούν σοβαρά μαζί τους τα μέσα χειραγώγησης. Ελπίζω να υπάρξει διεθνής αλληλοϋποστήριξη και για την τόνωση του ηθικού τους αλλά και διότι το φαινόμενο είναι κι αυτό διεθνές.

Χαίρομαι ιδιαίτερα που διαβάζω από την τρίτη μέρα κιόλας να καλούν τους τραγουδιστές στο Σύνταγμα για να τραγουδήσουν. Και θα λείψει από μια τέτοια συναυλία ο Νικόλας ο Παπάζογλου…