17/4/11

Τάση Παπαϊωάννου: οι πολύτιμοι συνεργάτες του αρχιτέκτονα

Η μονογραφική έκθεση του Δημήτρη Ησαΐα και του Τάση Παπαϊωάννου έλαβε τέλος. Ήταν μια έκθεση που έδωσε τις απαντήσεις που υποσχέθηκε. Εκτέθηκαν μελέτες εις βάθος, μέχρι και προοπτικά προπλάσματα για διερεύνηση οπτικών φυγών. Μια σειρά από προτάσεις που υλοποιήθηκαν ως είχαν μελετηθεί στο σχεδιαστήριο. Και βέβαια την μεταγραφή της κεντρικής ιδέας σε κτήριο σε συνάρτηση με τη λειτουργική και κατασκευαστική δομή. Και όταν το σύνολο των έργων μπαίνει σε μια έκθεση, τότε επανεξετάζονται όλα, ένα προς ένα, πρωτίστως μέσα από τη ματιά των δημιουργών και μετά από τους επισκέπτες.

Σκέφτεται ο αρχιτέκτονας, για ένα έργο παλαιό: «αν το έφτιαχνα σήμερα, θα διόρθωνα αυτό κι εκείνο, θα το έκανα αλλιώς». Μα και για το νέο, σκέφτεται «Κοίτα! Στα νιάτα μου, αυτό δεν θα γινόταν έτσι… θα το έκανα αλλιώς. Βέβαια θα του έλειπε η εμπειρία, θα υπήρχε όμως ο νεανικός ενθουσιασμός». 


Οι δύο καθηγητές πέρα από όλα έδειξαν την ευαισθησία που διακατέχει το έργο τους. Ακόμα κι αν πρόκειται για δημόσιο κτίριο, η χρήση των υλικών, οι χρωματισμοί, οι φόρμες και οι ροές δείχνουν πάνω από όλα ευαισθησίες που δεν επιτυγχάνονται εύκολα όταν χειρίζεσαι ανεπίχριστα σκυροδέματα ή μεταλλικά δικτυώματα και στέγαστρα.

Και ο καθηγητής αρχιτέκτονας δίνει το παράδειγμα διδάσκοντας και περιγράφοντας το ίδιο το δικό του έργο. Την δική του συμπεριφορά. Με τους φοιτητές, τους πελάτες, τους μαστόρους. Η ιδέα του αρχιτεκτονήματος δεν φαίνεται μόνο στις μεγάλες συνθετικές του γραμμές, όπως νομίζουν πολλοί αρχιτέκτονες, αλλά και στις μικρές -και μερικές φορές- αφανείς λεπτομέρειες. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αρχιτεκτονική είναι ενιαία, από τη σύλληψη της κεντρικής ιδέας μέχρι και την υλοποίησή της. 

Στο παρακάτω κείμενο της Ελευθεροτυπίας (από το 2009) ο λογιότατος Τάσης Παπαϊωάννου εξηγεί γιατί και πόσο πρέπει να σέβεται ο αρχιτέκτονας τον μάστορα στην οικοδομή. Δεν είναι όλα χαρτιά και αριθμοί. Είναι και ανθρώπινη σχέση, είναι και η ίδια η μνήμη της κατασκευής, η ιστορία του κτιρίου… 


Η αρχιτεκτονική για να υπάρξει, εκτός από τον εργοδότη και τον αρχιτέκτονα, χρειάζεται ικανούς και καλούς μαστόρους. 



Αυτοί είναι που μετατρέπουν το σχέδιο σε υλοποιημένο έργο. Χωρίς αυτούς δεν μπορεί να υπάρξει τίποτε! Η συνεργασία του αρχιτέκτονα με τους τεχνίτες που αναλαμβάνουν την κατασκευή του κτηρίου, δεν μπορεί παρά να είναι αρμονική και πρώτα απ' όλα να βασίζεται στον αλληλοσεβασμό και στην εκτίμηση του ενός για τη δουλειά του άλλου. Γιατί πάντα ο ένας μαθαίνει από τον άλλο! 

Αυτή τη χρονιά, αρκετοί από τους καλούς μαστόρους με τους οποίους συνεργαζόμασταν σταματάνε την εργασία τους λόγω συνταξιοδότησης. Οι σοβατζήδες, ο ξυλουργός, ο ηλεκτρολόγος, οι σιδεράδες. «Κουραστήκαμε πια» μου λέγανε συχνά. «Καιρός να ξεκουραστούμε κι εμείς λίγο». Γιατί είναι πράγματι δύσκολη η δουλειά στο γιαπί. Και σκληρή!



Μια συνεργασία πολλών χρόνων τερματίζεται και μαζί είναι σαν να κλείνει μια σημαντική περίοδος της δουλειάς μου. Φεύγουν και αισθάνομαι ήδη το μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό της απουσίας τους. Παράλληλα, όμως, αισθάνομαι και ένα μεγάλο χρέος! Να τους ευχαριστήσω δημόσια για όσα μαζί δημιουργήσαμε όλα αυτά τα χρόνια, για όσα έμαθα κοντά τους, για τον κόπο και το μόχθο τους, για την αγάπη και το μεράκι που είχαν για την τέχνη τους, για την εμπιστοσύνη και τη φιλία τους. Τον Γιάννη και τον Παντελή Γιαννούλο, τον Διονύση Πέττα, τον Παναγιώτη Ταγκαλάκη, τον Θωμά και τον Αντώνη Αλτιπαρμάκη, τον Τάκη Σπέντζο. Τεχνίτες που τους χαρακτήριζε η σεμνότητα, ο σεβασμός για τη δουλειά του άλλου, κυρίως όμως το απαράμιλλο και δυσεύρετο στις μέρες μας ήθος τους, που μετέτρεπε τη λέξη «Μάστορας» σε τίτλο τιμής! Συνεργεία που -τα περισσότερα- μοιραζόμασταν χρόνια τώρα με τους καλούς μου φίλους αρχιτέκτονες, τον συνάδελφο στο Πολυτεχνείο Γιώργο Μακρή, τον γνώστη όσο κανένας άλλος των μυστικών της οικοδομικής τέχνης, και τον αείμνηστο Κυριάκο Κρόκο. 

Λιγοστεύουν σιγά-σιγά οι παλιοί καλοί τεχνίτες. Όπως χάνεται σταδιακά και η τέχνη τους. Άλλες μορφές οικοδόμησης και νέα βιομηχανικά υλικά χρησιμοποιούνται πλέον στον τομέα της κατασκευής. Το πανάρχαιο χτίσιμο μετατρέπεται σε συναρμολόγηση έτοιμων υλικών. Η χειρωνακτική εργασία, η τέχνη του χεριού, συν τω χρόνω εξαφανίζεται. Η ευκολία και η ταχύτητα έχουν εδώ και καιρό επικρατήσει στο εργοτάξιο, περιθωριοποιώντας τη χειροποίητη κατασκευή. 

Πάντα θαύμαζα τους μαστόρους και την τέχνη τους. Από μικρό παιδί, θυμάμαι, προσπαθούσα να κατανοήσω τα μυστικά της τέχνης τους. Το πώς χρησιμοποιούσαν τα εργαλεία τους, τι ακριβώς δουλειά έκανε το καθένα. Γιατί, κάθε τέχνη έχει τα δικά της εργαλεία, όπως έχει και η δουλειά του αρχιτέκτονα, του γλύπτη, του ζωγράφου... Ακόμη και σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια, χαίρομαι να βρίσκομαι μαζί τους και να τους παρακολουθώ όταν δουλεύουν. Να παρατηρώ και να διδάσκομαι ταυτόχρονα από αυτές τις ταπεινές, καθημερινές και «υποτιμημένες» από πολλούς συναδέλφους εργασίες τού γιαπιού. 

Ο τρόπος, για παράδειγμα, που στήνονται τα ικριώματα και διαμορφώνεται το ξύλινο καλούπι (δημιουργώντας το αρνητικό του φέροντος οργανισμού), για να υποδεχτεί το ρευστό σκυρόδεμα ή αργότερα όταν ο κτίστης ζυγίζει την κάθε του κίνηση και τοποθετεί το ένα τούβλο πάνω στο άλλο, κτυπώντας το ελαφρά με το μυστρί στο πλάι, για να έρθει στη σωστή του θέση ζυγισμένο σύμφωνα με το ράμμα. Και αφού οι τοίχοι ετοιμαστούν, έρχεται η σειρά του σοβατζή να τους καλύψει με τα επάλληλα στρώματα του επιχρίσματος. Πρώτα οι οδηγοί που θα ευθυγραμμίσουν την επιφάνεια διορθώνοντας τις ατέλειες, για να ακολουθήσει το γέμισμα του μεσοδιαστήματος με τη λάσπη. Είναι η στιγμή που με τη μύτη του μυστριού ή την άκρη ενός σύρματος χαράζουν πάνω στη νωπή επιφάνεια γραμμές, ώστε να έχει καλύτερη πρόσφυση η τελική επίστρωση της μαρμαροκονίας ή του αρτιφισιέλ. Άλλες φορές χρησιμοποιούν τον τοίχο σαν καμβά φανταστικού πίνακα, πάνω στον οποίο στήνουν αυτοσχέδιες ζωγραφιές. Ένα κλαδί, ένα λουλούδι, ένα πουλί, ένα ψάρι... λες και θέλουν να αφήσουν το δικό τους διακριτικό σημάδι. Αυτές οι ιδιότυπες και εφήμερες ζωγραφικές χαράξεις μένουν για λίγο στο γιαπί, όσο να «τραβήξει» η λάσπη. Όταν έρθει η ώρα να περαστεί η λεπτή στρώση του λευκού μαρμάρου, θα βυθιστούν και θα χαθούν για πάντα μέσα στη μάζα του κονιάματος.

Κι όσο προχωρά η κατασκευή του κτηρίου τόσο εναλλάσσονται και οι μυρωδιές των υλικών. Του μπετόν, του σοβά, του ξύλου... και φυσικά των χρωμάτων που έρχονται στο τέλος να καλύψουν και να προστατεύσουν τις επιφάνειες. Αυτές είναι οι στιγμές που περιμένει με λαχτάρα και ανυπομονησία ο αρχιτέκτονας. Όλος ο κόπος του, τα προσχέδια, οι μακέτες, τα σχέδια λεπτομερειών, αυτόν τον στόχο έχουν. Να βρεθεί επιτέλους μέσα στους χώρους που έχει σχεδιάσει, να περπατήσει και να σταθεί σε κάθε έναν ξεχωριστά, να βιώσει με όλες του τις αισθήσεις κάθε απόμερη γωνιά. Και είναι τότε, σαν να επιστρέφει σε χώρους γνώριμους και οικείους, αφού τους είχε προηγουμένως, εδώ και καιρό, «κατασκευάσει και κατοικήσει» πρώτα στο μυαλό του. 

Το σχέδιο τότε βρίσκει τη δικαίωσή του. Όταν το λευκό καθαρό χαρτί της φωτοτυπίας αρχίζει να «βρωμίζει» μέσα στο γιαπί. Όταν πάνω του εμφανίζονται οι πρώτες «δακτυλιές» του μάστορα που το κρατάει στα χέρια του και το μελετάει με προσοχή (το «διαβάζει» λέμε -και όχι τυχαία- στη γλώσσα της οικοδομής). Κι αυτά τα δακτυλικά αποτυπώματα δεν είναι ενοχλητικές βρωμιές, αλλά αντιθέτως οι πολύτιμες εκείνες «σφραγίδες» που το πιστοποιούν και προσδίδουν νόημα στην ύπαρξή του. Το σχέδιο αυτό το ρόλο επιτελεί. Είναι ο τρόπος επικοινωνίας, η κοινή γλώσσα του αρχιτέκτονα-μηχανικού με τα συνεργεία του. Προϋπάρχει του κτίσματος, με μοναδικό σκοπό να δώσει σαφείς και ακριβείς πληροφορίες για τη μελλοντική υλοποίησή του. 

 
Είναι τότε που ο ευσυνείδητος μάστορας γνωρίζει πολύ καλά πως η δουλειά χρειάζεται τα δικά του χέρια (ιδίως στα δύσκολα σημεία), για να μη σκαρτέψει. Και η τέχνη του χεριού διαφέρει από τεχνίτη σε τεχνίτη και είναι αυτή που κάνει τη διαφορά. Την κάνει μοναδική και ανεπανάληπτη. Σαν την υπογραφή ή το γραφικό μας χαρακτήρα. Για να θυμηθούμε τα λόγια του Δημήτρη Πικιώνη: «Η χειρωναξία μάς χαρίζει την έμπρακτη γνώση, την αίσθηση της ύλης και της κατεργασίας της, πράγματα που καμιά θεωρία δεν είναι ικανή να μας διδάξει. Αληθινά, η πράξη είναι το θεμέλιο της τέχνης». 


Η ιδέα του αρχιτεκτονήματος δεν φαίνεται μόνο στις μεγάλες συνθετικές του γραμμές, όπως νομίζουν πολλοί αρχιτέκτονες, αλλά και στις μικρές -και μερικές φορές- αφανείς λεπτομέρειες. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αρχιτεκτονική είναι ενιαία, από τη σύλληψη της κεντρικής ιδέας μέχρι και την υλοποίησή της. Κι όταν η αρχιτεκτονική τυχαίνει να είναι μεγάλη, ένα υποδόριο νήμα συνδέει μεταξύ τους τα επί μέρους στοιχεία της σύνθεσης, έτσι ώστε στο τέλος να εκφράζεται το όλον με μία γλώσσα ευανάγνωστη, καθαρή και ενιαία. Καμία από τις φάσεις αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί υποδεέστερη της άλλης, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα διάφορα όργανα σ' ένα ζωντανό οργανισμό. Όλα επιτελούν ένα σκοπό και το ένα έχει απόλυτη ανάγκη το άλλο για να λειτουργήσει.